Τρίτη, 1 Ιουλίου 2008

Κ. Η Πτώση



Κ αμύ Άλμπερτ:
Η αγωνιώδης αυτοκριτική ενός υπαρξιστή Κλαμάνς.
Η πτώση ,η εξομολόγηση ,η εξορία ,η αποκάλυψη , η ενδοσκόπηση ,
η διαρκής πτώση . Όλοι μας έκπτωτοι...

ΕΝΑ
Μπορώ, κύριε, να σας προσφέρω τις υπηρεσίες μου,
χωρίς να κινδυνέψω να φανώ αδιάκριτος;
Μα επίστρεψε μου να σας συστηθώ.
Μιλάμε τόση ώρα και δεν σας είπα το όνομα μου:
Ιωάννης Βαπτιστής Κλαμάνς, στις διαταγές σας.
(ο βοών εν τη ερήμω , μέσα σε ένα ναό-μπαρ στο Μέξικο-Σίτυ
στην προκυμαία του Άμστερνταμ. όμορφος ,έξυπνος ,
είχε καλές σχέσεις με τις γυναίκες ήτανε πλούσιος ,
μέχρι το βράδυ εκείνο που ακούει πίσω του ένα γέλιο ,
ένα γέλιο διπλό δικό του . Και αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση.
Ολόκληρο το σύμπαν αρχίζει να γελά μαζί του ,όλες οι σχέσεις αλλάζουν )

Χάρηκα που σας γνώρισα.
Κι εσείς θάστε οπωσδήποτε επιχειρηματίας. Α κάτι παρόμοιο, ε;
Υπέροχη απάντηση!
Και σωστή στο κάτω κάτω.
Όλοι είμαστε κάτι παρόμοιο, σχεδόν, που λένε σε πολλά πράγματα.
Για ελάτε, ελάτε ! Αφήστε να κάνω τον αστυνομικό.
Έχετε την ίδια ηλικία με εμένα, το πληροφορημένο
κι έμπειρο βλέμμα των σαραντάρηδων που έχουν γνωρίσει πολλά στην ζωή τους.
Είστε σχεδόν καλοντυμένος και τα χέρια σας είναι μαλακά.
Ένας ραφιναρισμένος αστός, καλλιεργημένος,
που ξέρει την σωστή χρήση της γλώσσας, την ωραία ομιλία, τα σχήματα λόγου.
Και ενώ τα δέχεστε όλα αυτά , ύστερα σας ενοχλούν.
Τέλος εγώ σας διασκεδάζω, πράγμα που σημαίνει ότι διαθέτετε μια ευρύτητα πνεύματος.
Είστε λοιπόν κάτι σχεδόν… μα τι σημασία έχει;
Τα επαγγέλματα λιγότερο από τα δόγματα.μ’ενδιαφέρουν

ΔΥΟ
Τι θα πει κριτής μετανοών;
Α, φαίνεται πως σας έβαλα σ’έγνοιες με αυτή την ιστορία.
Πόσο αγαπούμε και θαυμάζουμε εκείνους τους δασκάλους
που έχουν πάψει να μιλάνε και το στόμα τους έχει γεμίσει χώμα!
Η εκτίμηση έρχεται πολύ φυσιολογικά, αυτή που περίμεναν σε όλη τους την ζωή.
Αλλά μήπως ξέρετε γιατί είμαστε πάντα πιο δίκαιοι και γενναιόδωροι με τους νεκρούς;
Ο λόγος είναι απλός!Με αυτούς δεν έχουμε υποχρεώσεις . Μας αφήνουνε ελεύθερους να κάνουμε
ότι θέλουμε το χρόνος μας, να πλέξουμε το εγκώμιο τους σ’ένα κοκτέιλ-πάρτι
πλάι σε μια χαριτωμένη οικοδέσποινα.

ΤΡΙΑ
Ξέρω πολύ καλά πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει δίχως να κυριαρχεί
και να τον υπηρετούν.
Κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη από σκλάβους, όπως χρειάζεται καθαρόν αέρα.
Ακόμη και ο τελευταίος στην κοινωνική κλίμακα έχει την σύζυγο του ή ένα παιδί.
Και αν είναι εργένης έχει ένα σκύλο.
Το βασικό είναι να μπορείς να εξοργίζεσαι χωρίς ο άλλος
να έχει δικαίωμα να σου απαντήσει.
Πρέπει κάποιος να έχει την τελευταία λέξη.
Αλλιώτικα η κάθε λογική θα μπορούσε να αντιταχτεί σε μια άλλη
και δεν θάχαμε τελειωμό.
Η δύναμη αντίθετα λύνει κάθε πρόβλημα.Μας χρειάστηκε καιρός να το καταλάβουμε αυτό.
θ α πρέπει να έχετε προσέξει πως η γηραιά μας Ευρώπη,
που είναι όλο φιλοσοφία. Δεν λέμε πια όπως στην απλοϊκή εποχή:
Αυτό νομίζω εγώ, αλλά έχουμε αντικαταστήσει τον διάλογο με τα ανακοινωθέντα:
Αυτή είναι η αλήθεια.Μπορείτε να την αμφισβητείτε όσο θέλετε
αυτό δεν μας ενδιαφέρει.
Την δουλεία την προτιμούμε χαμογελαστή να μη μας χαλάει την διάθεση.
" Καλώ τους καλούς ανθρώπους να υποταχτούν και να επιδιώξουν
ταπεινά τις ανέσεις της δουλειάς φτάνει να μπορούν
να την εμφανίζουν σαν αληθινή ελευθερία.

ΤΕΣΣΕΡΑ
Μα κύριε εγώ είμαι αθώος! Η περίπτωση μου αποτελεί εξαίρεση.‘Όλοι είμαστε εξαιρετικές περιπτώσεις.
ΟΛΟΙ Μας ΘΈΛΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΤΑΘΈΣΟΥΜΕ ΜΙΑ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΊΑ ΓΙΑ ΚΆΤΙ.
Ο ΚΑΘΈΝΑς Μας ΈΧΕΙ ΤΗΝ ΑΠΆΊΤΗΣΗ ΝΑ ΕΊΝΑΙ ΑΘΏΟς,
ΜΕ ΚΆΘΕ ΘΥΣΊΑ ΑΚΌΜΗ ΚΑΙ ΑΝ ΧΡΕΙΑΣΤΕΊ ΝΑ ΚΑΤΗΓΟΡΉΣΕΙ
ΓΙ ‘ΑΥΤΌ ΌΛΟ ΤΟ ΑΝΘΡΏΠΙΝΟ ΓΈΝΟς ΚΑΙ τους ΟΥΡΑΝΟΎς .

ΠΕΝΤΕ
Στ’αλήθεια έχετε πάει Ελλάδα;
Για να πας στην Ελλάδα χρειάζεσαι μια καρδιά ολοκάθαρη. . .
Στο ελληνικό αρχιπέλαγος, είχα την αντίθετη εντύπωση.
Εμφανίζονταν αδιάκοπα καινούργια νησιά στον ορίζοντα, ολόγυρά μας.
Η άδεντρη ράχη τους διέγραφε τα όρια του ουρανού,
η βραχώδης παραλία τους ξεχώριζε καθαρά πάνω στη θάλασσα.
Καμιά πιθανή σύγχυση. Στο λαγαρό φως όλα ήταν σημεία αναφοράς του χώρου.
Κι από το ένα νησί στο άλλο, πάνω στο μικρό μας καράβι που ωστόσο θαρρείς
και σερνόταν, είχα την εντύπωση ότι αναπηδούσα, ασταμάτητα, μέρα νύχτα,
πάνω στη ράχη των μικρών δροσερών κυμάτων, μ’ ένα καλπασμό όλο αφρούς και γέλια.
Από τότε, η Ελλάδα πλανιέται κάπου μεσα μου, στα όρια της μνήμης μου, ακατάπαυστα.
ΕΞΗ
Το ήξερα πια ότι είμαστε από την ίδια ράτσα.Τάχα δεν μοιάζουμε όλοι μας, έτσι που μιλούμε αδιάκοπα,
πάνω στα ίδια θέματα, παρ’όλο που ξέρουμε προκαταβολικά την απάντηση;
Αλλά μη φοβόμαστε " Ας καθησυχάσουμε , είναι πολύ αργά τώρα .
Πάντα θα είναι πολύ αργά .
Ευτυχώς ...!
Πόσο αθώοι είμαστε τελικά όλοι;

Ζαν Λουί Λεονμάς
21ος Αιών

2 σχόλια:

  1. το πιο κατω ποιημα ειναι οτι πρεπει:

    Lepanto
    απο τον
    Gilbert Keith Chesterton

    White founts falling in the courts of the sun,
    And the Soldan of Byzantium is smiling as they run,
    There is laughter like the fountains in that face of all men feared,
    It stirs the forest darkness, the darkness of his beard,
    It curls the blood-red crescent, the crescent of his lips,
    For the inmost sea of all the earth is shaken with his ships.
    They have dared the white republics up the capes of Italy,
    They have dashed the Adriatic round the Lion of the Sea,
    And the Pope has cast his arms abroad for agony and loss,
    And called the kings of Christendom for swords about the Cross,
    The cold queen of England is looking in the glass;
    The shadow of the Valois is yawning at the Mass;
    From evening isles fantastical rings faint the Spanish gun,
    And the Lord upon the Golden Horn is laughing in the sun.

    Dim drums throbbing, in the hills half heard,
    Where only on a nameless throne a crownless prince has stirred,
    Where, risen from a doubtful seat and half attainted stall,
    The last knight of Europe takes weapons from the wall,
    The last and lingering troubadour to whom the bird has sung,
    That once went singing southward when all the world was young,
    In that enormous silence, tiny and unafraid,
    Comes up along a winding road the noise of the Crusade.
    Strong gongs groaning as the guns boom far,
    Don John of Austria is going to the war,
    Stiff flags straining in night-blasts cold
    In the gloom black-purple, in the glint old-gold.

    Torchlight crimson on the copper kettle-drums,
    Then the tuckets, then the trumpets, then the cannon, and he comes.
    Don John laughing in the brave beard curled,
    Spurning of his stirrups like the thrones of all the world.
    Holding his head up for a flag of all the free.
    Love-light of Spain - hurrah!
    Death-light of Africa!
    Don John of Austria
    Is riding to the sea.

    Mahound is in his paradise above the evening star,
    (Don John of Austria is going to the war.)
    He moves a mighty turban on the timeless houri’s knees,
    His turban that is woven of the sunset and the seas.
    He shakes the peacock gardens as he rises from his ease,
    And he strides among the tree-tops and is taller than the trees,
    And his voice through all the garden is a thunder sent to bring
    Black Azrael and Ariel and Ammon on the wing.
    Giants and the Genii,
    Multiplex of wing and eye,
    Whose strong obedience broke the sky
    When Solomon was king.

    They rush in red and purple from the red clouds of the morn,
    From temples where the yellow gods shut up their eyes in scorn;
    They rise in green robes roaring from the green hells of the sea
    Where fallen skies and evil hues and eyeless creatures be;
    On them the sea-valves cluster and the grey sea-forests curl,
    Splashed with a splendid sickness, the sickness of the pearl;
    They swell in sapphire smoke out of the blue cracks of the ground,-
    They gather and they wonder and give worship to Mahound.
    And he saith, ‘Break up the mountains where the hermit-folk can hide,
    And sift the red and silver sands lest bone of saint abide,
    And chase the Giaours flying night and day, not giving rest,
    For that which was our trouble comes again out of the west.
    We have set the seal of Solomon on all things under sun,
    Of knowledge and of sorrow and endurance of things done.
    But a noise is in the mountains, in the mountains, and I know
    The voice that shook our palaces - four hundred years ago:
    It is he that saith not ‘Kismet’; it is he that knows not Fate;
    It is Richard, it is Raymond, it is Godfrey at the gate!
    It is he whose loss is laughter when he counts the wager worth,
    Put down your feet upon him, that our peace be on the earth.’
    For he heard drums groaning and he heard guns jar,
    (Don John of Austria is going to the war.)
    Sudden and still - hurrah!
    Bolt from Iberia!
    Don John of Austria
    Is gone by Alcalar.

    St Michael’s on his Mountain in the sea-roads of the north
    (Don John of Austria is girt and going forth.)
    Where the grey seas glitter and the sharp tides shift
    And the sea-folk labour and the red sails lift.
    He shakes his lance of iron and he claps his wings of stone;
    The noise is gone through Normandy; the noise is gone alone;
    The North is full of tangled things and texts and aching eyes,
    And dead is all the innocence of anger and surprise,
    And Christian killeth Christian in a narrow dusty room,
    And Christian dreadeth Christ that hath a newer face of doom,
    And Christian hateth Mary that God kissed in Galilee,
    But Don John of Austria is riding to the sea.
    Don John calling through the blast and the eclipse
    Crying with the trumpet, with the trumpet of his lips,
    Trumpet that sayeth ha!
    Domino gloria!
    Don John of Austria
    Is shouting to the ships.

    King Philip’s in his closet with the Fleece about his neck
    (Don John of Austria is armed upon the deck.)
    The walls are hung with velvet that is black and soft as sin,
    And little dwarfs creep out of it and little dwarfs creep in.
    He holds a crystal phial that has colours like the moon,
    He touches, and it tingles, and he trembles very soon,
    And his face is as a fungus of a leprous white and grey
    Like plants in the high houses that are shuttered from the day,
    And death is in the phial, and the end of noble work,
    But Don John of Austria has fired upon the Turk.
    Don John’s hunting, and his hounds have bayed -
    Booms away past Italy the rumour of his raid.
    Gun upon gun, ha! ha!
    Gun upon gun, hurrah!
    Don John of Austria
    Has loosed the cannonade.

    The Pope was in his chapel before day or battle broke,
    (Don John of Austria is hidden in the smoke.)
    The hidden room in man’s house where God sits all the year,
    The secret window whence the world looks small and very dear.
    He sees as in a mirror on the monstrous twilight sea
    The crescent of his cruel ships whose name is mystery;
    They fling great shadows foe-wards, making Cross and Castle dark,
    They veil the plumèd lions on the galleys of St Mark;
    And above the ships are palaces of brown, black-bearded chiefs,
    And below the ships are prisons, where with multitudinous griefs,
    Christian captives, sick and sunless, all a labouring race repines
    Like a race in sunken cities, like a nation in the mines.
    They are lost like slaves that swat, and in the skies of morning hung
    The stair-ways of the tallest gods when tyranny was young.
    They are countless, voiceless, hopeless as those fallen or fleeing on
    Before the high Kings’ horses in the granite of Babylon.
    And many a one grows witless in his quiet room in hell
    Where a yellow face looks inward through the lattice of his cell,
    And he finds his God forgotten, and he seeks no more a sign -
    (But Don John of Austria has burst the battle-line!)
    Don John pounding from the slaughter-painted poop,
    Purpling all the ocean like a bloody pirate’s sloop,
    Scarlet running over on the silvers and the golds,
    Breaking of the hatches up and bursting of the holds,
    Thronging of the thousands up that labour under sea
    White for bliss and blind for sun and stunned for liberty.
    Vivat Hispania!
    Domino Gloria!
    Don John of Austria
    Has set his people free!

    Cervantes on his galley sets the sword back in the sheath
    (Don John of Austria rides homeward with a wreath.)
    And he sees across a weary land a straggling road in Spain,
    Up which a lean and foolish knight forever rides in vain,
    And he smiles, but not as Sultans smile, and settles back the blade…
    (But Don John of Austria rides home from the Crusade.)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Είναι οτι πρέπει!!!
    Το σωστό πράγμα, στην κατάλληλη στιγμή,με τον σωστό... τρόπο;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Γιατί δεν γίνεσαι η αλλαγή... που θέλεις να δεις στον κόσμο;