Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Β.Παλάτι και Παλατιανοί



Σαν να μη πέρασε μια μέρα.....
Από το μεγάλο και λαμπρό παλάτι του Συνετού Α', μόνος ο ψηλός πύργος έμενε κατοικήσιμος. Όλα τ' άλλα δωμάτια, οι μεγάλες σάλες, οι διάδρομοι, οι στρατώνες είχαν γκρεμίσει. Ο ψηλός πύργος ήταν και αυτός σε κακά χάλια. Κανένας δε φρόντισε ποτέ να επιδιορθώσει τους πεσμένους σοβάδες. Και ο άνεμος περιδιάβαζε και σφύριζε ελεύθερα στις άδειες κάμαρες, όπου από τα περισσότερα παράθυρα έλειπαν τα γυαλιά.
Οι χοντροί όμως τοίχοι βαστούσαν ακόμα. Κι εκεί, σε μετρημένα δωμάτια, περιορίζουνταν ο Βασιλιάς και η οικογένεια του. Καθώς πλησίαζε στο παλάτι, το Βασιλόπουλο άκουσε φωνές θυμωμένες, γυναικείες και αντρίκειες. Σταμάτησε μια στιγμή. Ύστερα, με βαρύ αναστεναγμό έκανε να γυρίσει πίσω. Μα την ίδια ώρα ένα κορίτσι δεκαπέντε χρόνων πετάχθηκε από μέσα από τις πέτρες και ρίχθηκε στο λαιμό του.
- Αχ, αδελφέ μου, εγύρισες επιτέλους! του είπε με δάκρυα στα μάτια. Να 'ξερες πώς σε περίμενα τόσην ώρα! Το Βασιλόπουλο τη φίλησε και ρώτησε λυπημένα:
- Τι είναι πάλι οι φωνές;
- Τι θέλεις να είναι; Τα ίδια και τα ίδια! Η Πικρόχολη μαλώνει με τη Ζήλιω, κι ο πατέρας, γυρεύοντας να τις χωρίσει, τις αγριεύει όλο και περισσότερο.
- Και η μητέρα τι κάνει;
- Τι θες να κάνει; Στολίζεται σαν πάντα!
- Και συ, Ειρηνούλα;
- Εγώ... εγώ... - έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια της και ξέσπασε στα κλάματα: Εγώ βγήκα να σε βρω, γιατί μόνο εσύ ξέρεις να παρηγορήσεις.
Κάθησε στην πέτρα κοντά της και ακούμπησε το σαγόνι του στο χέρι του συλλογισμένος, ακούοντας τις φωνές που εξακολουθούσαν στο παλάτι. Η Ειρηνούλα έριξε το μπράτσο της γύρω το λαιμό του.
- Πες μου τίποτα, παρακάλεσε χαδιάρικα.
- Τι να σου πω; μουρμούρισε ο αδελφός της. Θα φύγω, Ειρηνούλα.
- Θα φύγεις; Πού θα πας;
- Εκεί που πάνε όσοι θέλουν να ζήσουν με αξιοπρέπεια, και αφήνουν το βασίλειο μας κι εκπατρίζονται.
- Και θα μ' αφήσεις;
Το Βασιλόπουλο τη φίλησε.
- Όχι, Ειρηνούλα. Θα σε πάρω μαζί μου.

- Ειρηνούλα! Ειρηνούλα! φώναξε μια αντρίκεια φωνή από μέσα από τον πύργο. Ειρηνούλα! Πού είσαι; Έλα λοιπόν να μας φέρεις το χαμόγελο! Βαρέθηκα τις μεγάλες σου αδελφές και τις φωνές τους!
Και ο Βασιλιάς, με την κορώνα γερμένη στη φαλάκρα του και με σχισμένο μανδύα, παρουσιάστηκε στην πόρτα. Τα δυο αδέλφια σηκώθηκαν και ακολούθησαν τον πατέρα τους στο δωμάτιο, όπου ήταν μαζεμένη όλη η οικογένεια. Εμπρός σ' ένα ραγισμένο καθρέφτη κάθουνταν η Βασίλισσα Παλάβω. Δυο παρακόρες έπλεκαν λουλούδια και ξεθωριασμένες κορδέλες ανάμεσα στα ψαρά της μαλλιά, ενώ γυρνώντας τη ράχη η μια στην άλλη, στις δυο άκρες της κάμαρας, κάθουνταν οι Βασιλοπούλες με κρεμασμένα πρόσωπα και χείλια πεταμένα, θυμωμένες και κατσουφιασμένες.
- Να ομορφιά και φαμελική χαρά, είπε ο Βασιλιάς σταυρώνοντας τα χέρια του, και κοιτάζοντας μια τη Ζήλιω, μια την Πικρόχολη. Όλη μέρα έτσι τα πάμε, η μια να ξεφωνίζει άσπρο και η άλλη να στριγλίζει μαύρο!
- Τι είναι αυτά μπροστά σε κείνα που τραβώ εγώ, η δύστυχη! κλαύθηκε και είπε η Βασίλισσα Παλάβω. Εσύ δεν έχεις παρά τις κόρες σου. Τι να πω εγώ που έχω και σένα που με ξεκουφαίνεις, και το γιόκα σου που ξεπορτίζει ίσα-ίσα την ώρα που τον θέλω να πάγει να μαζέψει λουλουδάκια...
Μα έξαφνα, βλέποντας πως τα κλάματα κοκκίνιζαν τη μύτη της, σταμάτησε, χαμογέλασε του καθρέφτη της, και σοβαρά βάλθηκε να στερεώσει στη ζώνη της ένα μεγάλο τενεκεδένιο άστρο. Ο Βασιλιάς σηκώθηκε και χτύπησε το κουδούνι. Μα κανένας δεν παρουσιάστηκε. Ξαναχτύπησε, και πάλι κανένας δεν ήλθε. Τότε θύμωσε και βγήκε στο κατώφλι και άρχισε να βροντά τα πόδια του στο πάτωμα και να φωνάζει με θυμό:
- Στο διάβολο, τέτοιοι υπηρέτες σαν τους δικούς μου! Θα σας κόψω ολωνών το κεφάλι!
Τρομαγμένος και τρεχάτος έφθασε ο αρχικαγκελάριος. Γύρω στο λαιμό του κουδούνιζε μια τενεκεδένια αλυσίδα.
- Αφέντη, να συγχωρήσεις το δούλο σου... άρχισε.
- Πού είναι όλοι οι μασκαράδες οι υπηρέτες; διέκοψε οργισμένος ο Βασιλιάς. Γιατί δεν αποκρίνεται κανένας σαν κουδουνίζω;
Έξαφνα, βλέποντας την αλυσίδα ξεκαρδίστηκε στα γέλια.
- Τι μου κάθισες στο λαιμό σου, στη θέση της χρυσής σου αλυσίδας; ρώτησε.
Ο αρχικαγκελάριος κοκκίνισε, ψέλλισε, μπερδεύτηκε, τα έχασε και σώπασε.
- Τι λες; αναφώνησε ο Βασιλιάς. Την πούλησες; Και γιατί;
- Για να δειπνήσει η Αφεντιά σου χθες, αποκρίθηκε ο αρχικαγκελάριος με χαμηλή φωνή, χαιρετώντας ως κάτω.
- Α!... Χμ!... καλά, είπε ο Βασιλιάς. Σε συγχωρώ αυτή τη φορά.
Τυλίχθηκε με μεγαλείο στο σχισμένο του μανδύα κι εξακολούθησε:
- Δώσε διαταγή να φωνάξουν τον αρχικελάρη. Ο λαιμός μου είναι κατάξερος, και θέλω να τον γλυκάνω με το τοπάζι νησιώτικο κρασί που το ζούλευε ακόμα και ο Βασιλιάς ο θειος μου! Ύστερα πρόσταξε τον αρχιτραπεζιέρη να στρώσει ευθύς το τραπέζι. Τι μας έχει και περιμένομε; Η ώρα πέρασε.
Σκυμμένος ως κάτω στάθηκε ο αρχικαγκελάριος ακίνητος.
- Με ακούς λοιπόν; είπε ο Βασιλιάς σηκώνοντας ακόμα ψηλότερα το βασιλικό του κεφάλι. Τι περιμένεις;
- Αφέντη... ο αρχικελάρης σου έφυγε και το κελάρι είναι αδειανό.
- Τι λες; φώναξε ο Βασιλιάς.
- Τι λες; επανέλαβε η Πικρόχολη.
Και ξεχνώντας κακιώματα και πείσματα μπροστά στο φόβο της νηστείας, ξεπετάχθηκε από την καρέγλα της, ενώ οι παρακόρες παρατούσαν τα μαλλιά της Βασίλισσας και σίμωναν και αυτές, ανήσυχες, ν' ακούσουν. Ο αρχικαγκελάριος υποκλίθηκε λίγο πιο βαθιά, μα δεν αποκρίθηκε. Ο Βασιλιάς έξυσε νευρικά τη φαλάκρα του και η κορώνα έγειρε μελαγχολικά στο αριστερό του αυτί. Κάπως μουδιασμένος ρώτησε:
- Φαγί έχει;
Ο αρχικαγκελάριος, χωρίς ν' ανασηκωθεί, άνοιξε τα δυο του χέρια κι έδειξε του Βασιλιά πως ήταν άδεια. Ο Άρχοντας κατάλαβε. Άφησε το επιτακτικό του ύφος, μαζί με το χρυσοκέντητο λιωμένο μανδύα του που κρεμάστηκε πίσω, αξιοθρήνητος στον κουρέλιασμα του. Έκανε μερικούς γύρους στο δωμάτιο, ύστερα κάθησε σε μια κουτσή και τρύπια χρυσή πολυθρόνα, και με μια σπρωξιά, στέλνοντας την κορώνα από το αριστερό του αυτί στο δεξί, είπε με απόφαση:
- Πανουργάκο, έλα δω!
Ο αρχικαγκελάριος ίσιασε την πλάτη του και προχώρησε προς το Βασιλιά.
- Αφέντη!... είπε με καινούρια υπόκλιση.
- Τι προτείνεις; ρώτησε σύντομα ο Βασιλιάς.
Ο αρχικαγκελάριος κοίταξε σιωπηλά την κορώνα του Άρχοντα, όπου γυάλιζαν ανάμεσα στο μάλαμα μερικά μεγάλα πολύτιμα πετράδια. Ο Βασιλιάς κατάλαβε την έννοια της ματιάς, και τρομαγμένος άρπαξε την κορώνα του με τα δυο του χέρια και τη στήριξε στο κεφάλι του.
- Αχ, όχι! Αυτό όχι! φώναξε νευρικά. Πρότεινε κάτι άλλο.
- Τότε, και αφού δεν επιστρέφουν οι υπασπιστές που έστειλα στα γειτονικά βασίλεια από δω και δέκα μέρες, ας κάνει τον κόπο η Αφεντιά του το Βασιλόπουλο, να πάγει άλλη μια φορά στο Βασιλιά τον εξάδελφο σου...
- Όχι, είπε αποφασιστικά το Βασιλόπουλο, βγαίνοντας από τη γωνιά όπου είχε αποτραβηχθεί με την Ειρηνούλα. Έκανα όρκο να μη ζητιανέψω πια ποτέ.
Ο Βασιλιάς σηκώθηκε μ' έναν πήδο και στάθηκε μπροστά στο γιο του, φοβερίζοντας τον με το γρόθο του.
- Και ποιος είσαι συ, παλιόπαιδο, που κάνεις όρκους κι έχεις και γνώμη; είπε με θυμό.
- Είμαι ο αυριανός Βασιλιάς, αποκρίθηκε ήσυχα ο γιος του, και την αξιοπρέπεια μου τη θέλω.
Ο Αστόχαστος έτριψε το μέτωπο του με λύσσα. Απάντηση δεν έβρισκε να δώσει του αγοριού του, μα έμενε το πρόβλημα άλυτο, που να βρουν φαγί.
- Πανουργάκο! φώναξε στο τέλος απελπισμένα, ή θα βρεις μια λύση ή σου κόβω το κεφάλι!
Ο δυστυχισμένος Πανουργάκος ταράχθηκε πολύ. Άρχισε να τρέμει στα γερά και να κοιτάζει την πόρτα, μετρώντας με το μάτι πόσα βήματα έπρεπε να κάνει για να τη φθάσει.
- Λοιπόν, μια λύση! φώναξε ο Βασιλιάς.
Ο αρχικαγκελάριος έτρεμε ολόκληρος.
- Να... να πάγω εγώ... πρότεινε με σβησμένη φωνή.
- Να πας λοιπόν, μα να τρέξεις! αποκρίθηκε ο Βασιλιάς. Θέλω ευθύς φαγί και κρασί. Αν δεν πας κι έλθεις σαν αστραπή, σου κόβω το κεφάλι!
Πριν προφθάσει να τελειώσει τη φράση του, ο αρχικαγκελάριος ήταν κιόλα μακριά. Τρεχάτος είχε βγει ο Πανουργάκος. Μα σα βρέθηκε έξω, στα σκοτεινά και στο κρύο, σταμάτησε.
- Πού θα πάγω, μουρμούρισε. Και πώς; Θέλω δυο μέρες για να φθάσω στου εξαδέλφου Βασιλιά, και ως τότε...
Έμεινε δυο λεπτά σκεπτικός. Ύστερα πήρε την απόφαση του.
- Τι σήμερα, τι αύριο! μουρμούρισε. Θα φύγω που θα φύγω! Μόνο να τελειώσω πρώτα τις δουλειές μου με το φίλο μου τον Λαγόκαρδο...
Και άρχισε να κατεβαίνει το βουνό.
Εκεί που πήγαινε βιαστικός, άκουσε περπατησιές. Τον έπιασε τρομάρα.
- Ποιος είναι; ρώτησε φοβισμένα.
- Κανένας, Εξοχώτατε, εγώ είμαι! αποκρίθηκε μια φωνή πιο φοβισμένη ακόμα από τη δική του.
Ο αρχικαγκελάριος πήρε αμέσως θάρρος.
- Και ποιος είσαι συ; ρώτησε.
- Εγώ... εγώ... ο Κακομοιρίδης, ο σιδεράς, αποκρίθηκε τρεμουλιαστά η φωνή.
- Έλα μπροστά μου, αμέσως! πρόσταξε ο αρχικαγκελάριος.
Και μια σκιά ανθρώπινη, με μεγάλη καμπούρα στον ώμο, παρουσιάστηκε μπροστά του. Ο αρχικαγκελάριος έπιασε την καμπούρα.
- Μπρε κλέφτη! Τι έχεις μέσα στο σακούλι σου; ρώτησε άγρια.
- Εξοχώτατε... κλέφτης δεν είμαι... Είναι οι κότες μου και το κρασί μου, που τ' αγόρασα και που τα πλήρωσα...
- Ψέματα λες! φώναξε πιο άγρια ο αρχικαγκελάριος. Οι κουρελιάρηδες σαν και σένα δεν τρώνε κότες ούτε πίνουν κρασί! Τα έκλεψες αυτά. Πες μου από πού!
- Δεν τα έκλεψα, να σε χαρώ, Αφέντη μου, τα πλήρωσα! αποκρίθηκε ο Κακομοιρίδης με δάκρυα στη φωνή. Τα πλήρωσα, Αφέντη μου, με τα λεφτά που μάζεψα πουλώντας το κέντημα που έφτιασε η κόρη μου για το θείο του Βασιλιά, τον Άρχοντα του γειτονικού βασιλείου. Ρώτησε τον, Εξοχώτατε, αν δεν τα πλήρωσα! Μου έκανε μάλιστα και δώρο ένα παστίτσιο...

Μα δεν πρόφθασε να τελειώσει. Τέτοια καλή τύχη ο Πανουργάκος δεν την άφησε να φύγει. Άρπαξε το σακούλι του κατατρομαγμένου Κακομοιρίδη, και με μια κλωτσιά τον έστειλε να δοκιμάσει πόση ώρα χρειάζεται να κατέβει κανείς, κουτρουβαλιστά, από πάνω από ένα ψηλό βουνό, χωρίς να πατήσει το πόδι του χάμω.
Πηνελόπη   Δέλτα

Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και πράγματα δεν είναι συμπτωματική.....

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

Προς αγρότες


 Αγρότες εν πλω
Προς αγρότες
Δεν είναι η ώρα τώρα να πούμε ποιος φταίει και τι φταίει με την αγροτιά και τη γη.
Δεν είναι η στιγμή να δείτε και να ξαναδούμε όλοι μαζί, την ταινία την καταπληκτική του Κουροσάβα. ΟΙ 7 ΣΑΜΟΥΡΑΙ, και πως προδίδουν οι φιλειρηνικοί  αγρότες χωρικοί, τους πολεμιστές και το πνεύμα τους, ενώ είναι οι μόνοι που μπορούν να τους υπερασπίσουν από τον αδίστακτο  φορο- αρχιληστή.
Απλά σκεφτείτε και ας σκεφτούμε ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ πως ένα ΚΤΗΜΑ μία  πατρίδα -γη για να καλλιεργηθεί με σωστή αγωγή, χρειάζεται ο αγρότης ΛΑΕΡΤΗΣ και ο Οδυσσέας γιος  ΝΟΥΣ, τα δένδρα και τα αμπέλια να μετρούν  μαζί και, να ξέρουν πόσα  και ποια είναι.

Ο Οδυσσέας στη Χώρα της  Μνημοσύνης
Λέανδρος Λαμπρινός
5 Φεβρουαρίου 2016

Μήνυμα του Κολοκοτρώνη προς τους Έλληνες

Το Μήνυμα του Κολοκοτρώνη προς τους σύγχρονους  Έλληνες

Αγαπητά μου παιδιά,
παιδιά μου είσθε, όμορφα, λαμπερά, έξυπνα,  κακομαθημένα, καλομαθημένα, ατίθασα, εγωκεντρικά.
Εγώ έζησα 73 χρόνια σε δύσκολους καιρούς, αλλά έζησα 73  ζωές και αιώνες συμπυκνωμένα και συμπεριεκτικά, εκεί φ΄ω ετάχθει στο Πνεύμα εκείνων των Καιρών.
Η ζωή του ανθρώπου δεν μετριέται με τις ώρες  που ξοδεύει, στις καφετέριες , στα θαλάσσια και χειμωνιάτικα σκι και στις σέλφι φωτογραφίες, αλλά  με τους αγώνες του για την ελευθερία του πνεύματος και  την όρθια ανθρωπιά.Το Πνεύμα του Ανθρώπου δεν είναι φτιαγμένο από  δειλία, μαλθακότητα, απληστία, λαγνεία και αμορφωσιά. Το Πνεύμα του Ανθρώπου δεν κάνει τουρισμό πάνω στη γη καταστρέφοντας την φύση τα ζώα και τα φυτά. Ο πολεμιστής δεν είναι  ένας χαζοχαρούμενος  τουρίστας   στη ζωή και στη γη. Είναι εξερευνητής της Γνώσης και του Πνεύματος Μαχητής.
Ταξιδεύει,  φιλοξενεί  και φιλοξενείται, μαθαίνει και αλληλεπιδρά,  αλλά και τα όρια του χαράσσει υπερασπίζεται και κρατά.
Έτσι την Αθανασία κατακτά και δεν του την χαρίζει κανείς  μαζί με την Ελευθερία του, όπως τα χρόνια τα παλιά.
Αγαπητά μου παιδιά, η δουλεία έχει πολλές μορφές και διάφορα ονόματα, όπως και η σκλαβιά.
Η ζητιανιά είναι μία.
Μην εκλιπαρείτε για το αυτονόητο  και αυτό που δικαιούστε πραγματικά.
Δεν το αξίζετε με όλα τα λάθη που έχουν γίνει να πεθαίνετε  σε  μια  δουλειά  12 και πάνω ωρών για ψίχουλα σε μια πολυεθνική  και δεν θα ζήσετε πολύ  για να πάρετε σύνταξη στα 100.
Ούτε να  κρυώνετε  άνεργοι και άστεγοι με μια κουβέρτα για να πληρώσετε το νέο χαράτσι και το ενφιά.Ούτε να μεταναστεύετε  με πίκρα για την πατρίδα και απογοήτευση βαθιά.
Εμείς πολεμήσαμε για σας για να έχετε μια καλύτερη ποιότητα ζωής σε μια ελεύθερη πατρίδα πολιτεία.
Δεν έχετε καλύτερη ποιότητα ζωής, δεν έχετε  αξιοπρεπή εργασία, λιμοκτονείτε στην ανεργία, δεν έχετε όμορφες σχέσεις,φίλους, οικογένεια, συντρόφους. Η τεχνολογία μεγάλωσε την μοναξιά σας και οι νέες οικονομικές και εργασιακές συνθήκες την περιχαράκωσαν.
Σας ξεριζώνουν όλους γιατί χρειάζονται δουλοπάροικους ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ, σαν δένδρα χωρίς χώμα πατρίδα και στεριά. Δεν έχετε κέντρο βάρους, δεν έχετε ταυτότητα και δεν μπορείτε να σταθείτε πουθενά. Έτσι νικά και ο Ηρακλής, τον Ανταίο, όταν  τα πόδια του στη γη γερά δεν πατά.
Όλα τα πλάσματα της γης και τα πτηνά του ουρανού έχουν ένα σπίτι, μια φωλιά. Ο κάθε άνθρωπος και ο πιο φτωχός δικαιούται την αξιοπρέπεια του και όχι μια απάνθρωπη προσφυγιά.

Η πρόταση μου είναι να αναζητήσετε ένα κοινό γεωμετρικό τόπο στο ΕΜΕΙΣ, όπως θα έλεγε και ο γερήνιος ιππότης του Μοριά, ο Νέστωρ.
Δεν μπορούμε να συμφωνούμε σε όλα και πρέπει να μάθουμε να διαφωνούμε χωρίς να αλληλοεξοντωνόμαστε. Ας είναι πιο πολλά αυτά που μας ενώνουν από αυτά που  μας χωρίζουν.
Μείωση του εγωκεντρισμού , του ναρκισσισμού ,  ανάληψη ευθυνών, αυτοπειθαρχία, αυτογνωσία και ευφυή συνεργασία με όλους τους υγιείς φορείς του Ελληνισμού, αυτά ας είναι τα χαρακτηριστικά.

Και η αυτάρκεια. Στηριχτείτε στις δυνάμεις σας. Έχει πολλές η Ελλάδα. Όχι στείρα προγονοπληξία,  διεθνή απομόνωση και επαρχιωτισμός. Η Ελλάδα ήταν και είναι πάντα κοσμοπολίτισσα, αλλά με ίσους όρους και όχι σαν ζητιάνα και φτωχός συγγενής  της διεθνούς κοινότητος.

Αναζητείστε ανθρώπους, έξω από τα  κόμματα  της διαφθοράς  και  τις οργανώσεις των εμπόρων της σκλαβιάς,   ανθρώπους σωστούς και μάθετε να τους ξεχωρίζετε και να τους εκτιμάτε. Καλλιεργείστε το μυαλό σας και μορφωθείτε. Η υπερπληροφόρηση δεν είναι μόρφωση,  δεν είναι κατανόηση, ούτε η  παραπληροφόρηση.
Διαβάστε το ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ!
Αφουγκραστείτο το. Νιώστε πόσο σας αφορά. Πόσο  για μας μιλά.
Και, γίνετε το ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ.
"Ο καθένας για όλους και όλοι για ένα"
Αυτή είναι η πρόταση μου για την Ελλάδα του ΣΗΜΕΡΑ.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Πολεμιστής του Πνεύματος και της Ζωής


Αστραία
Στη Χώρα των Μεγάλων Πολεμιστών
5 Φεβρουαρίου 2016