Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2016

Α. Το δάσος



Παραμύθι χωρίς όνομα

Όταν κατάλαβε ο γερο-Βασιλιάς Συνετός πως μετρήθηκαν πια οι μέρες του, φώναξε το γιο του, το νέο Αστόχαστο, και του είπε:
- Φθάνουν, γιε μου, τα παιχνίδια και οι διασκεδάσεις. Ήλθε η ώρα να παντρευθείς και να πάρεις στα χέρια σου την κυβέρνηση του Κράτους. Εγώ έφαγα το ψωμί μου. Εσύ κοίταξε να κυβερνήσεις σαν καλός βασιλιάς.
Κι έστειλε τον αρχικαγκελάριό του στο γειτονικό βασίλειο, να ζητήσει την όμορφη Βασιλοπούλα Παλάβω, για τον Αστόχαστο, το γιο του Συνετού Α', Βασιλιά των Μοιρολατρών. Έγινε ο γάμος με χαρές και ξεφαντώματα, και λίγες μέρες αργότερα, αφού ευλόγησε τα παιδιά του, ο γερο-Συνετός τους άφησε χρόνια, και ο Αστόχαστος στέφθηκε Βασιλιάς.
Όλα φαίνουνταν ρόδινα και ζηλευτά για το νέο ζευγάρι. Τα φλουριά ξεχειλούσαν από τα σεντούκια του γερο-Συνετού· κάστρα γερά και γεμάτα στρατιώτες τειχογύριζαν το βασίλειο· το λαμπρό παλάτι, χτισμένο ψηλά σ' ένα κατάφυτο βουνό, δέσποζε τη χώρα όπου ζούσαν με άνεση οι πολίτες· δρόμοι φαρδείς και καλοστρωμένοι ένωναν το βασίλειο των Μοιρολατρών με όλα τα γειτονικά βασίλεια. Παντού χαρά και καλοπέραση.
Και όπου γύριζε το μάτι του ο νέος βασιλιάς, από πάνω από τον ψηλό πύργο του παλατιού του, έβλεπε απέραντα χωράφια σπαρμένα, ρεματιές και λαγκάδια κατάφυτα, χώρες και χωριά με παστρικά όμορφα σπιτάκια, βουνά δασωμένα και λιβάδια καταπράσινα. Αμέτρητες αγελάδες έβοσκαν συντροφικά με κοπάδια αρνιά και κατσίκες. Και σα μερμήγκια δούλευαν οι χωρικοί τη γη, άρμεγαν τις αγελάδες, κούρευαν τα πρόβατα και μετέφερναν γεννήματα και καρπούς στη χώρα, όπου τα πουλούσαν. Πέρασαν χρόνια πολλά.
Ο καιρός, που άσπρισε και μάδησε τα μαλλιά του Αστόχαστου και μάρανε την ομορφιά της Παλάβως, άλλαξε και την όψη ολόκληρου του βασιλείου των Μοιρολατρών. Παντού ερημιά. Πεδιάδες απέραντες, γυμνές, ακαλλιέργητες, απλώνουνταν ως τα σύνορα του βασιλείου, και μονάχα μερικές ερειπωμένες πέτρες μαρτυρούσαν ακόμα τα μέρη όπου άλλοτε έστεκαν, υπερήφανα και απειλητικά, τα φοβερά κάστρα του Συνετού Α'. Πού και πού, κανένα γκρεμισμένο παλιόσπιτο ξεχώριζε στη μονοτονία της έρημης πεδιάδας. Τ' αγριόχορτα και οι πέτρες σκέπαζαν τους λόφους, οι δρόμοι, παρατημένοι, χάνουνταν κάτω από τ' αγκάθια που ελεύθερα άπλωναν τα πυκνά τους κλωνάρια. Και σφυρίζοντας ανάμεσα στις πέτρες και τους βράχους, ο άνεμος μοιρολογούσε το ρήμαγμα του τόπου. Μόνο τα πυκνά δάση έμεναν στη θέση τους, ξεχασμένα και αδούλευτα, κρύβοντας κάτω από το φουντωμένο τους φύλλωμα ολόκληρον κόσμο πεταλούδες, μαμούνια και μέλισσες, που χαίρουνταν ανενόχλητα τα μυρωδάτα αγριολούλουδα. Πλήθος αγριοφραουλιές άνθιζαν και καρποφορούσαν αδελφικά με τις βατομουριές, και οι καρποί τους σάπιζαν κι έπεφταν στο χώμα άχρηστοι.
Τα μονοπάτια, που περνούσαν άλλοτε ανάμεσα στα δέντρα, είχαν σβήσει και αυτά από τον καιρό που είχε να τα πατήσει ανθρώπινο πόδι. Και τα δέντρα και τα χαμόδεντρα τόσο είχαν ξεχάσει την ανθρώπινη μορφή, που όλα ταράχθηκαν, και τρόμαξαν, και ανατρίχιασαν, και σείστηκαν, και μουρμούρισαν αναμεταξύ τους φοβισμένα, όταν μια μέρα είδαν ένα νέο αγόρι με βαθιά ονειροφορτωμένα καστανά μάτια, που περπατούσε κάτω από το φύλλωμα τους σταματώντας σε κάθε βήμα, για να κοιτάξει πότε ένα λουλούδι, πότε ένα ζωύφιο, με θαυμασμό κι έκπληξη, σα να τα έβλεπε πρώτη φορά.
- Τι πράμα να είναι άραγε τούτο που διαβαίνει; ρώτησε φοβισμένος ένας σκοίνος, συμμαζεύοντας τα φυλλαράκια του από φόβο μην τον δει το αγόρι.
- Ποιος το ξέρει! αποκρίθηκε το πεύκο. Ίσως κανένα άλλο είδος ελάφι;
Μια λεύκα, που έστεκε εκεί κοντά, έσκυψε το υπερήφανο κεφάλι της να δει το διαβάτη.
- Ελάφι; είπε μ' ένα ξεκάρδισμα που αναποδογύρισε όλα της τα φυλλαράκια, και μια στιγμή από πράσινη την έκανε ασημένια. Ονειρεύεσαι, παιδί μου! Μα το ελάφι έχει τέσσερα πόδια, και τούτο έχει μόνο δυο!

- Μα λοιπόν τι ζώο είναι; ρώτησε ανήσυχα μια βατομουριά. Είναι άραγε κακό; Μη μου φάγει το καινούριο φόρεμα μου, και με βρει γυμνή το καλοκαίρι σαν έλθει;
- Μη ζαλίζεστε, παιδιά μου, είπε ο γερο-πλάτανος, δεν είναι ζώο αυτό και δεν τρώγει φύλλα. Είναι χρόνια πολλά που δεν πέρασε τέτοιο πράμα από δω. Μα θυμούμαι έναν καιρό, που το δάσος μας γέμιζε από όμοιους του. Ήταν τα καλά εκείνα χρόνια, όταν μάζευαν οι άνθρωποι το μέλι της μέλισσας, και της φραουλιάς τη φράουλα, και τα βατόμουρα, και τα ώριμα κούμαρα.
- Τι; φώναξε η αγριοφραουλιά, μαζεμένη στα πόδια του πλάτανου. Τι λές, παππού; Μην είναι άνθρωπος;
- Βέβαια είναι άνθρωπος, αποκρίθηκε ο γερο-πλάτανος. Και η λεύκα μουρμούρισε:
- Μα βέβαια, άνθρωπος είναι! Θυμούμαι να είδα τέτοιους στα νιάτα μου.
Ο σκοίνος, περίεργος, άπλωσε τα κλαδιά του να τον δει από πιο κοντά.
- Άνθρωπος; είπε η ακατάδεκτη βαλανιδιά. Τι θέλει στο βασίλειο μας;
Και όλα μαζί τα δέντρα έσκυψαν να δουν τον «άνθρωπο» που διάβαινε. Ήταν λιγνό αγόρι ως δεκάξι χρονών. Τα χρυσοκέντητα βελουδένια ρούχα του, λιωμένα στους αγκωνές και στα γόνατα, είχαν μικρέψει και σχιστεί, και οι χρυσές κορδέλες που βαστούσαν τα πέδιλα στα γυμνά του πόδια ήταν κατακομμένες και ξαναδεμένες με χοντροκοπιούς κόμπους. Ξαπλώθηκε στη ρίζα του γερο-πλάτανου, είδε κοντά του τη φραουλιά φορτωμένη κατακόκκινες φράουλες, τις έκοψε και τις έφαγε. Ύστερα δίπλωσε τα χέρια του αποκάτω από το κεφάλι του και αποκοιμήθηκε.
Κοιμήθηκε τόσο βαθιά που δεν άκουσε τα ψιθυρίσματα των δέντρων, ούτε το μουρμούρισμα του ρυακιού που έτρεχε πέρα, ούτε το σφύριγμα του κότσυφα που, πηδώντας από κλαδί σε κλαδί, διηγούνταν στα δέντρα ένα σωρό παράξενες ιστορίες.
- Ο γιος του Βασιλιά! αναφώνησε ο γερο-πλάτανος. Πώς να το πιστέψω, βλέποντας τα γυμνά του πόδια και τα λιωμένα του ρούχα;
- Να το πιστέψεις! αποκρίθηκε ο κότσυφας. Άκουσε με μένα, που πάγω κι έρχομαι στα παράθυρα του παλατιού και βλέπω τι γίνεται μέσα.
- Μα γιατί δεν αλλάζει ρούχα; ρώτησε το πεύκο σκανδαλισμένο.
- Γιατί δεν έχει άλλα, αποκρίθηκε ο κότσυφας.
- Πώς! Ο γιος του Βασιλιά; αναφώνησε το θυμάρι, προσφέροντας τ' ανθισμένα του λουλουδάκια στη μέλισσα που βούιζε, γυρεύοντας μέρος ν' ακουμπήσει για να ρουφήξει το μέλι τους.
- Μα τι θαρρείς; σφύριξε ο κότσυφας. Μήπως νομίζεις πως ο Βασιλιάς έχει τίποτα περισσότερο από τον τσοπάνη ή το βαρκάρη;
- Λες παράξενα πράματα! μουρμούρισε ο σκοίνος που δεν πείθουνταν.
- Πίστεψε τον όμως, είπε η μέλισσα, φτερουγίζοντας γύρω του, αλήθεια σου λέγει. Ο Βασιλιάς φορεί και αυτός τέτοια ρούχα. Μ' αν δεις τις Βασιλοπούλες, τότε θα φρίξεις!
- Γιατί; ρώτησε η φραουλιά.
Ο κότσυφας πήδηξε κοντά της και ψιθύρισε:
- Γιατί κάτω από τα ρούχα τους δεν έχουν ούτε ποκάμισο!
Και ξεκαρδίστηκε στα γέλια χωρίς να προσέξει πως βρίσκουνταν κοντά στο αυτί του αγοριού. Ξύπνησε το Βασιλόπουλο και τινάχτηκε ξαφνισμένο. Τρόμαξε ο κότσυφας και πέταξε μακριά, και η μέλισσα κρύφθηκε ανάμεσα στα φύλλα του σκοίνου, ενώ τα δέντρα σήκωναν ψηλά το κεφάλι τους κι έκαναν τον ανήξερο, τάχα πως δεν παρατήρησαν τίποτα. Είχε βραδιάσει. Σηκώθηκε το Βασιλόπουλο και πήρε πάλι το δρόμο του. Βγήκε από το δάσος, πέρασε τον κατάξερο κάμπο, και τραβώντας κατά το παλάτι, με γοργά βήματα ανέβηκε στο βουνό, σκαρφαλώνοντας ανάμεσα στους βράχους και στα χώματα σαν κατσίκι.
Πηνελόπη Δέλτα

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Πατρίδα


 Ποια είναι η  πατρίδα του πολεμιστή;
Η πατρίδα του πολεμιστή είναι η χώρα  του, το σπίτι του, οι ρίζες του , η καταγωγή   του, το  στερεό νησί της ύλης του. Η πατρίδα του πολεμιστή είναι η πόλη του, η πολιτεία του,  οι γονείς  του, πνευματικοί ή φυσικοί, οι  πραγματικοί του φίλοι του, οι αληθικοί του  σύντροφοι , η αγάπη του, η προτίμηση του.
Η πατρίδα του πολεμιστή δεν είναι  υπερ εθνικιστικές κορώνες για την πατρίδα του, γιατί έχουν δικαίωμα ύπαρξης και οι άλλες πατρίδες.
Η πατρίδα του πολεμιστή  δεν   μπορεί να βρεθεί στο έλεος ενός  ισοπεδωτικού διεθνούς ολοκληρωτισμού  δηλώνοντας υποταγή στις απάνθρωπες  πολυεθνικές αγορές που  όλα τα αγοράζουν και  όλα τα πωλούν με σκοπό το  απάνθρωπο αθέμιτο  εμπορικό κέρδος.
Είναι κάποια πράγματα ΑΞΙΕΣ και ιδανικά που δεν μπορούν  να γίνουν αντικείμενο αγοροπωλησίας  και  επαίσχυντων  γραφειοκρατικών μνημονίων στα χέρια χρηματοπιστωτικών  ύαινων και  αρπακτικών γυπών.
Ο Πολεμιστής είναι ανίκητος γιατί δεν είναι εξαγοράσιμος και δεν υπάρχει θάνατος για τον πολεμιστή γιατί το Πνεύμα του είναι Αθάνατο.
Ίσως η πατρίδα του πολεμιστή να είναι η κοιτίδα της ανθρωπότητος  φτιαγμένη από σκόνη αστεριών και από το Πνεύμα του Ανθρώπου.
Καλούνται όλοι οι μεγάλοι Πολεμιστές  του Κόσμου, Φύλακες   του Χώρου και του Χρόνου  στον σύγχρονο πόλεμο των   άστρων, αστεριών, ΙΔΕΩΝ- κάστρων,  να υπερασπίσουν τις πατρίδες  τους, τον λαό τους  και τον ΑΝΘΡΩΠΟ, από την αδικία,  την σκλαβιά και δουλοπαροικία, την μεγάλη απάνθρωπη οικονομική ανισότητα, την άγρια εκμετάλλευση  ανθρώπου από άνθρωπο, τον κυνικό  υλισμό  και τον πλανήτη  μητρίδα ΓΗ,  στο Όνομα  της Ελευθερίας του Πνεύματος  του.

ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ


Ο Οδυσσέας στη Χώρα της  Μνημοσύνης
Λέανδρος Λαμπρινός
2 Φεβρουαρίου 2016

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

Πολίτης Άρτεμις

ΆρτεμιςΒέλη Ε
φωτογραφία: Τα Βέλη
Η Πολύχρωμη  Αλκίνοος Φαιά Ουσία της Ανθρώπινης Ελευθερίας
Με το ταχύπλοο  σύγχρονο σκάφος  ΩΚΥΑΛΟΣ φθάνουν ο Οδυσσέας και η Πηνελόπη στην  Φαιακία για μια νέα με τους Αλκίνοους  Ανθρώπους  συνομιλία.Στην είσοδο το μαρμαρωμένο πλοίο κατ΄ εντολή του Ποσειδώνα  στέκει απαγορευτικό και  το νησί κλειστό για κάθε  χρονοεπισκέπτη από παρελθόν.
Η Πηνελόπη ερωτά:Τώρα τι κάνουμε γυρίζουμε πίσω, όλα είναι κλειστά και ο Ποσειδών έχει σφραγίσει την είσοδο εκδικητικά.
Όχι βέβαια,  απαντά ο Οδυσσέας,Έχει κλείσει την  Θύρα του παρελθόντος αλλά όχι την Πύλη του Μέλλοντος.Θα  ανοίξει αμέσως με αίτημα  την Δικαιοσύνη την Ελευθερία την Αξιοπρέπεια του Ανθρώπου , την Όρθια Ανθρωπιά.
Αμέσως τον Αλκίνοο καλεί και του λέει με λόγια πτερόεντα από μακριά.
Αλκίνοε, πόσο ελεύθερος είναι ένας  άνθρωπος όταν φοβάται ένα θεό  και πόσο τύραννος   είναι ένας θεός  όταν τον φοβούνται και έτσι κυβερνά;
Δεν φοβάμαι κανένα θεό, αγαπώ και προστατεύω τον άνθρωπο, τον βοηθώ,  λέει ο Αλκίνοος χωρίς δισταγμό.
Ανοίξτε τις  Πύλες του Νησιού, είστε ευπρόσδεκτοι. Οδυσσέα  χαίρομαι που σε ξαναβλέπω με την αξιαγάπητη σύντροφο σου, μας έλειψαν οι αγορεύσεις  σου ,  έδωσαν άλλο χρώμα στην καθημερινότητα μας, χωρίς την παρουσία σου το νησί μας θα ήταν  ασήμαντο στην ιστορία του σύμπαντος.Εσύ του έδωσες υπόσταση,  χρώμα και φωνή.
Για αυτό σε αγαπώ. λέει η Πηνελόπη στον Οδυσσέα. Γι΄ αυτό το ΥΠΕΡΟΧΟ μυαλό σου. Σκέπτεσαι και βρίσκεις μια λύση πάντα εκεί που άλλοι βλέπουν μόνο το  πρόβλημα. Λατρεύω το μυαλό σου και το το ακαταμάχητο στυλ σου, αυτό που κανείς και τίποτα  δεν μπορεί να του αντισταθεί.
Ο πολεμιστής είναι πάντα σύγχρονος και ζει  ζωντανός με το Πνεύμα των Καιρών της Εποχής του και όχι σε μαυσωλείο  στείρας  προγονοπληξίας   άκαρπων ιδεολογιών., απαντά ο Οδυσσέας. Ευτυχώς που ανήκεις στο είδος των γυναικών που πιστεύουν αυτά που λένε, συμπληρώνει μειδιώντας. Θέλω να σου δείξω πως έφθασα  εδώ ,θέλω να μοιραστώ την ζωή μου, αυτή που έζησα χωρίς εσένα, θέλω να είμαι  μαζί σου. Μετά θα γνωρίσεις και την Ναυσικά.
Ο Αλκίνοος και η Αρήτη τους υποδέχθηκαν θερμά. Ο Οδυσσέας τους ενημέρωσε για τα γεγονότα της Ιθάκης  και  εντυπωσιάστηκαν όλοι από  τις εξελίξεις. Άλλος αέρας  πνέει στην Ιθάκη. Οι ηγέτες των υπουργείων, ύστερα από την εγκύκλιο του Υπουργείου Ευηγεσίας που  κυκλοφόρησε,  έχουν τον αέρα  και την αξιοπρέπεια του ηγέτη και όχι του δούλου οσφυκάπτη, του χαμερπή. Είναι απλοί ουσιαστικοί συνεπείς, πηγαίνουν με ποδήλατο στη βουλή  ή με μηχανή και στην κεντρική πλατεία το σύνταγμα έχει αναρτηθεί, απλό και κατανοητό από όλους. Στη συνέχεια συζήτησαν και αποφάσισαν  μια στενή συνεργασία και φιλία μεταξύ τους. Ήταν οι μόνοι ΑΝΘΡΩΠΟΙ σε ολόκληρη την  οδυσσειακή πορεία και εξακολουθούν να παραμένουν, ΟΙ  ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΩΝ ΦΑΙΑΚΩΝ.
Που είναι η Ναυσικά ; Ο Οδυσσέας ερωτά. Μου ζήτησε να μη την ξεχάσω  όταν με αποχαιρέτησε και της το υποσχέθηκα. Είμαι εδώ, τηρώντας τις υποσχέσεις μου.
Η Ναυσικά, απαντά η Αρετή, παίζει στην Αυλή των  Ομηρικών Θαυμάτων με το τόπι της που  κυνηγάει  συνήθως, ομοία με την Άρτεμη και  δοκιμάζει απελπισμένους ναυαγούς στον τελευταίο πειρασμό των πολεμιστών του διηνεκούς. Είναι η ΝΑΥΣΙΚΑ πολιτική και  ΚΑΙΕΙ της ΝΗΕΣ του κάθε ταξιδευτή όταν  καταντά αρχομανία εξουσιομανία,  ευτελή. μικροκομματική χωρίς ακεραιότητα χαρακτήρος και χωρίς  ηθική και αρετή.
Εμφανίζεται  η Ναυσικά, Νέα όμορφη ελκυστική με μειδίαμα ελαφρύ   και λέει,
Μόνο  ένας άνθρωπος ελεύθερος μπορεί να συλλογάται καλά με τις ΝΗΕΣ του μυαλού του γιατί σκέπτεται ΕΛΕΥΘΕΡΑ. Μόνο  ένα νησί ελεύθερο  μπορεί να είναι καθαρό. Μόνο μια Πολιτεία ανεξάρτητη μπορεί να είναι ανθρώπινη. Μόνο ένας ηγέτης ενάρετος μπορεί να γίνει σωστός κυβερνήτης σωστός.
Οδυσσέα πέρασες την τελευταία δοκιμασία  που λίγοι την περνούν, όταν φθάνουν εδώ γυμνοί μόνοι ναυαγισμένοι ταλαιπωρημένοι το μόνο που θέλουν είναι ένα λιμάνι για να ξεκουραστούν και την Ιθάκη ξεχνούν,  ενώ είναι πολύ κοντά.
Η Πηνελόπη την κοιτάζει προσεκτικά. και με θαυμασμό.Αναγνωρίζει την ελεγχόμενη τρέλα του  κυνηγού στο πρόσωπο της ελεύθερης ανεξάρτητης παρθένας Αρτεμης και την εμφάνιση του Ουρανού με όλα τα Ομηρικά  Αστέρια του.
Πως μπόρεσες να πεις όχι σε μια τέτοια προσφορά γυρίζει και λέει στον Οδυσσέα  απορητικά; Ο καθένας θα έλεγε ναι.
Ο καθένας που δεν ξέρει που θέλει να φθάσει,  όπου βρεθεί μπορεί  να είναι καλά, αλλά δεν θα μάθει  ποτέ που θα μπορούσε να φθάσει αν συνέχιζε, γνωρίζει τον προορισμό του και δεν τον ξεχνά.
Τι κάνει ο Τηλέμαχος, ερωτά ο Αλκίνοος, 13ος βασιλιάς, ισότιμος μεταξύ άλλων 12,  στο Πολίτευμα της Σχερίας.
Ο ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ, λέει ο Οδυσσέας, έχει αναλάβει την πρωθυπουργία της Ιθάκης και μάχεται για τα σωστά Ιδανικά της, την  Εποχή της Αρτέμιδος. Ο Απόλλων με το Τόξο του, τον βοηθά αποτελεσματικά  και  ο ΛΑΟΣ  μαζί τους πολεμά.
Εμείς, με την Πηνελόπη κάνουμε ένα ταξιδάκι αναψυχής να δούμε  παλιούς μας  φίλους συμπολεμιστές  και  άξιους   μαχητές, κρουαζιέρα του διαδικτυακού διαδρόμου….και συνεχίζουμε
Μια στιγμή λέει η Ναυσικά και τους σταματά,
Να σας δώσω  του καλού πολίτη τα χαρακτηριστικά να το παραδώσετε στην υπουργό  Αρτεμιάδα Ολυμπιάδος  και να δώσετε πολλούς  μαχητικούς  χαιρετισμούς στον Τηλέμαχο. Θα πάρω το ταχύπλοο σκάφος του μπαμπά και θαρθώ να τον γνωρίσω από κοντά γιατί έχω ακούσει για τον γιο του Οδυσσέα πολλά.
Τα χαρακτηριστικά του καλού πολίτη
Συμμετέχει πάντοτε στα κοινά.
Λέει την γνώμη του, αν έχει και εφ΄ όσον ξέρει  ορθώς να  γράφει και να  μιλά.
Τοποθετείται   όμορφα και σωστά, αισθητικά. Ούτε βρίζει, ούτε χυδαιολογεί, τζάμπα μάγκας από μακριά. Παίρνει ΘΕΣΗ όταν βλέπει  μια  κατάφωρη αδικία και όχι μόνο όταν τον αφορά.
Οι καταγγελίες γίνονται    επώνυμα και με  αποδεικτικά στοιχεία διαφορετικά είναι ελεεινές συκοφαντίες.
Δεν καταντά ποτέ  άθλιος κουτσομπόλης ελεεινός γυρολόγος, θρασύς  Θερσίτης.
Δεν ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου σε   φύρδην μύρδην θέματα ασύνδετα από εδώ και από  εκεί.
Δεν είναι   ιδιοτελής επιδειξιομανής νάρκισσος φλύαρος  φθηνός ευτελής  ζηλόφθων, δεν  άγεται και φέρεται με ανεξέλεγκτο θυμικό ως όχλος απεχθής και δεν είναι αντιφατικά σχιζοφρενής. Είναι η επιτομή όχι μόνο της συναισθηματικής ευφυίας , της φυσικής υγείας αλλά και της ψυχικής σε αρμονία σκέψεων δράσεων αποφάσεων.
Δεν είναι κακεντρεχής βάρβαρος χυδαίος ψυχάκιας   σχιζοφρενής και με διάφορα απωθημένα .Βοηθά τους σωστούς ανθρώπους  και τους αναγνωρίζει  τους εκτιμά . Είναι αξιοπρεπής, είτε έχει λίγα είτε έχει πολλά.
Κάνει το καλύτερο  που μπορεί με τα μέσα που διαθέτει κάθε φορά.
Ξέρει τι ξέρει και τι θέλει να μάθει και προσπαθεί αρμονικά
Είναι καλοπροαίρετος αλλά όχι  ανόητος.
Ο καλός πολίτης κάνει και τον καλό ηγέτη και βοηθά στο να κυβερνηθεί  μια Πολιτεία σωστά.
Είναι  υπερήφανος, γενναίος ανδρείος αποφασιστικός  καλλιεργημένος  και κυρίως την Άμαξα του Εαυτού σαν Ηνίοχος αρμονικά κυβερνά.
Όσοι ενδιαφέρονται  να είναι ΠΟΛΙΤΕΣ  μιας όμορφος Πολιτείας, ας τα μελετήσουν προσεκτικά. Ο όχλος , ΟΧΛΟΣ παραμένει και τίποτα δεν καταλαβαίνει από όλα αυτά γιατί απουσιάζει η ουσία η ΦΑΙΑ.
Λέανδρος Λαμπρινός
Ομηρική Πολιτεία
Φεβρουάριος  2014